Μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στην Clinical Oral Implants Research αξιολόγησε το ρυθμό των βιολογικών επιπλοκών και την επιβίωση των εμφυτευμάτων σε ασθενείς που έφεραν ολικές οδοντοστοιχίες στηριζόμενες σε εμφυτεύματα, μετά από μία μέση περίοδο παρατήρησης 5,2 ετών (το εύρος κυμαίνεται από 1 εώς 12 έτη).
Διεξήχθη κλινική και ακτινογραφική εξέταση, σε μία επίσκεψη, προκειμένου να αξιολογηθούν οι τύποι και οι ρυθμοί των βιολογικών επιπλοκών με κεραμική IFCDPs (πρώτο γκρουπ) και με μεταλλική ρητίνη IFCDPs (δεύτερο γκρουπ).
Η έρευνα διαπίστωσε ότι από 457 οδοντικά εμφυτεύματα τραχείας επιφάνειας που υποστήριζαν 71 IFCDPs (52 ασθενείς), τα 6 είχαν αποτύχει, αποδίδοντας ένα ποσοστό επιβίωσης του εμφυτεύματος στο 98,7% σε μία μέση περίοδο 5,2 ετών, μετά από οριστική εισαγωγή προσθετικών. Οι 6 αυτές αποτυχίες, σε 3 ασθενείς, εμφανίστηκαν μετά από 5 χρόνια και επηρέασαν την επιβίωση της προσθετικής.
Η υποχώρηση των μαλακών ιστών αποτελούσε τη λιγότερο συχνή βιολογική επιπλοκή, ενώ η περιεμφυτευματίτιδα αποτελούσε την περισσότερο συχνή βιολογική επιπλοκή. Παρατηρήθηκε ένα 10ετές ποσοστό εμφάνισης της τάξεως του 77% (ετήσιος ρυθμός 7,7%) που αφορούσε την βλεννογονική ύφεση που βασιζόταν στο εμφύτευμα και ένα 10ετές ποσοστό εμφάνισης της τάξεως του 20% (ετήσιος ρυθμός 2%) που αφορούσε την περι-εμφυτίτιδα που βασιζόταν στο εμφύτευμα.
(Πηγή: Clinical Oral Implants Research, 24 Ιουλίου 2018)