Ερευνητές στο Ηνωμένο Βασίλειο ανακάλυψαν ότι το μείγμα μικροοργανισμών που περιέχει το σάλιο ενός ανθρώπου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το οικιακό περιβάλλον. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε, στο mBio, ένα περιοδικό της Αμερικανικής Μικροβιολογικής Εταιρείας με ελεύθερη πρόσβαση, δείχνει ότι οι πρώιμες περιβαλλοντικές επιδράσεις παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από την κληρονομικότητα στη διαμόρφωση του μικροβιώματος του σιάλου – δηλαδή την ομάδα των οργανισμών που παίζουν κομβικό ρόλο στη στοματική και τη συνολική υγεία.
«Γίνεται σταδιακά γνωστό ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα μικροβιώματα και την υγεία μας και αυτός είναι αρκετός λόγος για να ανακαλύψουμε τι υπάρχει εκεί μέσα, πώς έφτασαν εκεί και τι κάνουν», λέει ο Άνταμ Π. Ρόμπερτς (Adam P. Roberts), λέκτορας Αντιμικροβιακής Χημειοθεραπείας στη Σχολή Τροπικής Ιατρικής στο Λίβερπουλ.. (…)
Η ερευνητική ομάδα ήθελε να μάθει πώς το μικροβίωμα του σιάλου εγκαθίσταται και ποιοι παράγοντες ευθύνονται κυρίως για το μείγμα βακτηρίων που βρίσκονται εκεί. Ο συνάδελφος του Ρόμπερτς, ανοσολόγος του UCLA, Άντριου M. Σμιθ (Andrew M. Smith) είχε πρόσβαση σε ένα σπάνιο δείγμα: DNA και σάλιο από μια πολυμελή εβραϊκή οικογένεια που ζει σε διάφορα οικιακά περιβάλλονται σε τέσσερις πόλεις και τρεις ηπείρους. Αυτό επέτρεψε στην ομάδα να αναζητήσει πόσες από τις μεταβολές που βρέθηκαν στο μικροβίωμα του σιάλου οφείλονται σε γενετικούς παράγοντες και πόσες σε περιβαλλοντικούς.
Επειδή τα μέλη αυτής της οικογένειας είναι υπερορθόδοξοι Εβραίοι, μοιράζονται κοινές διατροφικές συνήθειες και τρόπο ζωής. Επίσης, επειδή το DNA των μελών της οικογένειας είχε ήδη χαρτογραφηθεί σε βάθος, οι ερευνητές είχαν μια μοναδική και ακριβή μέτρηση των γενετικών τους συσχετίσεων.
Στη συνέχεια, η ομάδα χαρτογράφησε το βακτηριακό DNA στα δείγματα σάλιου από 157 μέλη της οικογένειας. Σε όλα τα δείγματα βρέθηκε ότι ο πυρήνας του μικροβιώματος αποτελείται από βακτήρια των ειδών Streptococcus, Rothia, Neisseria και Prevotella.
Για να βρουν τι μπορεί να προκαλεί τις διαφορές στα επίπεδα των βακτηριακών ειδών, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στατιστικές μεθόδους, δανεισμένες από την Οικολογία. Όταν συνέκριναν παράγοντες όπως το κοινό οικιακό περιβάλλον και η γενετική συσχέτιση, ο παράγοντας που καθόριζε ποιοι μοιράζονται τα πιο όμοια μικρόβια του σάλιου, ήταν σε συντριπτικό ποσοστό το περιβάλλον.
Γονείς και παιδιά μικρότερα των 10 ετών που ζούσαν μαζί σε ένα οικιακό περιβάλλον είχαν τα πιο όμοια μικροβιώματα. «Η επαφή δεν χρειαζόταν καν να είναι στενή όπως τα φιλιά», λέει ο Ρόμπερτς. «Τα χέρια των ατόμων είναι καλυμμένα με σάλιο και αγγίζουν τα πάντα μέσα στο σπίτι». (…)
Η ομάδα εξέτασε επίσης προσεκτικά αν η γενετική συσχέτιση οδήγησε στη διαμόρφωση του μικροβιώματος. Όταν χρησιμοποίησε μια μέτρηση της συσχέτισης, βασισμένη στο οικογενειακό δέντρο μόνο, είδε μια μικρή αλλά στατιστικά σημαντική επίδραση. Όταν όμως χρησιμοποίησε τις πληροφορίες από τη γενετική αλληλουχία, η επίδραση εξαφανίστηκε. Με άλλα λόγια. ο γενετικός παράγοντας ουσιαστικά δεν παίζει κανένα ρόλο στη διαμόρφωση των μικροβίων του σάλιου. Και γνωρίζοντας ότι το κοινό περιβάλλον διαμορφώνει το μικροβίωμα, λέει ο Ρόμπερτς, ίσως μπορέσουμε μια μέρα να το ρυθμίσουμε.
Επισημαίνει το παράδειγμα της περιοδοντίτιδας, μια εξαιρετικά κοινή, μολυσματική ασθένεια, που συνδέεται με ένα τροποποιημένο μικροβίωμα. «Εφόσον καταλαβαίνουμε τα μέλη του μικροβιώματος που είναι υπεύθυνα για την υγεία μας, η καθημερινή μας συμπεριφορά θα μπορούσε να αλλάξει για να επιφέρει ευνοϊκές αλλαγές στο μικροβίωμά μας».
Journal Reference:
Liam Shaw, Andre L. R. Ribeiro, Adam P. Levine, Nikolas Pontikos, Francois Balloux, Anthony W. Segal, Adam P. Roberts, Andrew M. Smith. The Human Salivary Microbiome Is Shaped by Shared Environment Rather than Genetics: Evidence from a Large Family of Closely Related Individuals. mBio, 2017; 8 (5): e01237-17 DOI: 10.1128/mBio.01237-17
Πηγή: www.sciencedaily.com